Η ζωντάνια της Ιστορίας και η ανακαίνιση του παρελθόντος

(Κείμενο του εικαστικού Ανδρέα Λυμπεράτου για τα “Πρόσωπα” και την έκθεση του 2004 στον Ο.Λ.Π.)

Στην τέχνη, μόνο ανάγνωση γραμμική δεν μπορεί να υπάρξει. Αυτό που κάνουμε κάθε φορά είναι ότι αναζητούμε και κατασκευάζουμε το παρελθόν που αρμόζει στο παρόν μας. Και τούτο γιατί το σύγχρονο δεν έχει να κάνει με το χρόνο, αλλά με αυτό που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τη χρονικότητά μας. Σύγχρονο, είναι κάθε τι που μπορεί να μας δώσει τη σημερινή μας κατάσταση, κάθε τι που ξαναμιλά για ζητήματα που μας απασχολούν και σήμερα, χωρίς στην ουσία να υπάρχουν χρονικά όρια.

Μέσα σ’ ένα παρόμοιο πλαίσιο και σύμφωνα με μια συγκυρία ευνοϊκή που αναδεικνύει την συγκεκριμένη προσπάθεια, o Γιάννης Θωμάς (Γίγας) και η Παναγιώτα Κούβαρη, κινούμενοι αβίαστα και με τη διάθεση της ενεργούς συμμετοχής σε ό,τι αφορά τη σύνολη δημιουργία, επέλεξαν και τελικά συνέθεσαν μια συναρπαστική εικονοποιία προσώπων απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, που με τον ένα η τον άλλο τρόπο επέφεραν σημαντικά κατορθώματα στη ζωή, χαρίζοντας εαυτούς σε μια ενωτική και αγαπητική σχέση με τον κόσμο και τα πράγματα. Αυτό αποτέλεσε και το κριτήριο για την επιλογή τους. Και την κατάθεσή τους αυτή αποφάσισαν να προσφέρουν, ως το πλέον κατάλληλο δώρο για τους Ολυμπιακούς αγώνες της πατρίδας τους.

Η καταγωγή αυτής της ιστορίας φέρνει στο μυαλό ήδη μια ένδοξη στιγμή: τη ζωγραφισμένη ζωφόρο με ήρωες της αρχαίας ελληνικής και νεώτερης ιστορίας στο δημαρχείο της Αθήνας από τον Φώτη Κόντογλου. Όμως το νήμα αυτό, που θαυμαστά υποστήριξε μια συνέχεια για τον πολιτισμό μας και την προέβαλλε με τρόπο καθαρά δημιουργικό, όχι μόνο συνεχίζεται αλλά ανανεώνεται και εμπλουτίζεται. Γίνεται τώρα οικουμενικό και καθολικό, αγκαλιάζοντας και τοποθετώντας ψυχές φωτεινές μέσα σε μια συγχρονία. Πλέον ο Ιάπων ζωγράφος Χοκουσάι μπορεί να συνευρίσκεται για πάντα με τον επαναστάτη Μπολιβάρ που χάρισε το όνομά του στην Βολιβία. Η Κιού Τζιν συνομιλεί αενάως εδώ με τον Τολστόι, τον Φράνκ Ζάππα και τον Γκάντι από την Ινδία. Παρελαύνοντας έτσι ως ένθεοι όλοι μαζί, μέσα σ’ ένα αδιαίρετο χωρικό και χρονικό πλαίσιο, χωνεμένο από στοιχεία του κοινωνικού και πολιτικού τους πλαισίου που λειτουργεί πέρα και από μια υπόμνηση αφηγηματική, γίνονται οι ίδιοι σύμβολα και αρχέτυπα, που έρχονται να βεβαιώσουν για την ακεραιότητα της υπόστασής τους.

Η εγγραφή τους ως σώμα, με μια πειθαρχημένη αλλά γι αυτό και ελεύθερη πλαστική ποιότητα, που συντονίζεται τέλεια με την αγιογραφική μας παράδοση και που πληροί μορφή με περιεχόμενο, καθιστά τις μορφές αυτές παράξενα οικείες και συγγενείς, σαν να τις έχουμε ήδη κάπου δει και σαν να τις γνωρίζουμε χρόνια.

Όμως κάτι τέτοιο δεν ηχεί καθόλου ως προγονοπληξία, ούτε ενέχει βέβαια μιαν απόχρωση συναισθηματική αλλά ομολογεί μέσα από την δυναμική παρουσία της εικόνας τους την υπεράσπιση ενός κόσμου με συγκεκριμένο όραμα.

Με τον τρόπο αυτό προλαμβάνεται η φθορά – σαν να οφείλαμε στους αιώνες μιαν ανάλογη μεταχείριση για να τακτοποιηθούν πιθανά χάσματα και διαφορές, είτε εθνοτικές είτε άλλες και να μπορέσουμε να δούμε επιτέλους, ότι για να προχωρήσουμε στον κόσμο είναι αναγκαία μια κίνηση και μια κατοίκηση μέσα του, που χωρίς δισταγμούς μιλά για το ένα που χρίζει χρείας και πηγάζει από το περίσσευμα μιας ζωής, που οι απεικονιζόμενες φιγούρες, αλληλοπεριχωρούμενες μαζί του, χωρίς υπολογισμούς και φόβο, υπηρέτησαν.

Το πνεύμα του Ολυμπισμού, για το οποίο γίνεται τόσος λόγος τελευταία, και το οποίο μπορεί να ηχεί ως αφηρημένη και κοινότυπη ευχή που θα πρέπει οπωσδήποτε και να υπάρχει πίσω από κάθε προσπάθεια σχετική με τους αγώνες, παίρνει με την εγγραφή αυτή κυριολεκτικά σάρκα και οστά και εκβάλλει ως πραγματικό και χειροπιαστό, γινόμενο έτσι συνεπέστερο με την ίδια του τη φύση.

Για μας, για χάρη μας επομένως, στήθηκαν με μια κίνηση τόσο φυσική όσο και μια αναπνοή, αυτές οι ασπαίρουσες παραστάσεις, που μια ευτυχισμένη εκδοχή τους, όπως ονειρευόταν αρχικά ο Γιάννης Γίγας, σχετικά με την μεταφορά τους σε μεγάλων διαστάσεων τυπώματα και την εγκατάστασή τους σε περιοχές όπου διαμένουν ομοεθνείς τους, θα μπορούσε να τις μεταμορφώσει σε μικρούς τόπους σύναξης και λατρείας – κάνοντας και πάλι πραγματικότητα το νόημα και την ιστορία που οι εικόνες αυτές κομίζουν.

Μπορούμε πλέον να κοιμόμαστε ήσυχοι. Η διαδρομή σ΄ αυτή την καταλυτική κίνηση δεν μας αφήνει χωρίς ανταμοιβή. Ο κόσμος ξαναγίνεται ένας και η τέχνη,

ως το κατ’ εξοχήν αντίδοτο στη λήθη (τη μη – αλήθεια) και την αδικία, ξαναβρίσκει τη μυστική πηγή της και αφορά πια το σύμπαν ολόκληρο.

Ποιος θα μπορούσε να σκεφθεί άλλωστε μεγαλύτερη χαρά για μια γιορτή αντάξια των Ολυμπιακών, άλλη από τη χαρά που αναβλύζει όλη αυτή η συνάντηση, αδερφώνοντας λαούς και ανθρώπους, πέρα από τις όποιες στενές συμβάσεις του τόπου και του ρέοντος χρόνου;

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 έχουν τώρα έναν επιπλέον λόγο επιτυχίας. Οι δεόμενες ψυχές των εικονιζόμενων προσώπων, ευχαριστούμενες μέσα στην νέα τους σύναξη ως μια καινούργια εκκλησία, ως μια νέα χορεία αγίων, επικουρούμενες και με τον σύμφωνο ενθουσιασμό των Ανδρέα Εμπειρίκου και Νίκου Εγγονόπουλου που πιστεύουμε ότι απολύτως κατάπληκτοι θα χαιρετούσαν τη συγκεκριμένη προσπάθεια, εγγυώνται κάτι τέτοιο. Φαίνονται λοιπόν τα θεμέλιά της να πατούν σε γερό έδαφος και η εμβέλειά της να μας εφοδιάζει αρκετά για το μέλλον.

Ανδρέας Λυμπεράτος
Ιούλιος 2004

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *